Σας παρουσιάζω ένα αρθράκι του συντάκτη της Καθημερινής, Πέτρου Παπακωνσταντίνου για το όνειρο των επαναστατών της Λατινικής Αμερικής ''Ιστορική ευκαιρία για τη Λατινική Αμερική''.....: Μετά τον Τσάβες στη Βενεζουέλα, τους Κίρτσνερ στην Αργεντινή, τον Λούλα στη Βραζιλία, τον Μοράλες στη Βολιβία, τον Βάσκες στην Ουρουγουάη, τον Κορέα στον Ισημερινό, την Μπατσελέτ στη Χιλή και τον Ορτέγα στη Νικαράγουα, ήρθε η σειρά του Φερνάντο Λούγο. Το κλαμπ των αριστερών ηγετών της Λατινικής Αμερικής δέχθηκε άλλο ένα μέλος, τον «κόκκινο επίσκοπο» της Παραγουάης, αφήνοντας μόνο το Μεξικό και την Κολομβία ως σημαντικά, απόρθητα φρούρια της Δεξιάς. Είναι γεγονός ότι πάρα πολλά πράγματα χωρίζουν τη μετριοπαθή πολιτική του Λούλα και της Μπατσελέτ από τη ριζοσπαστική γραμμή του Τσάβες και του Μοράλες. Εξίσου αλήθεια είναι ότι η κυβερνώσα Αριστερά της ηπείρου αντιμετωπίζει δύσκολες προκλήσεις, οξύτατες αντιδράσεις και απέχει πολύ από το να έχει διαμορφώσει βιώσιμο, εναλλακτικό μοντέλο. Σε κάθε περίπτωση, η ριζοσπαστικοποίηση της Λατινικής Αμερικής, που διαρκεί ήδη μία δεκαετία, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως εφήμερη μόδα. Κάτι πιο βαθύ πρέπει να υπάρχει. Και καθώς δεν υπάρχουν σήμερα οι εξωτερικοί καταλύτες που επέδρασαν στο προηγούμενο ριζοσπαστικό κύμα των δεκαετιών του '60 και του '70 -κουβανέζικη επανάσταση, επιρροή της ΕΣΣΔ και της Κίνας, έξαρση του αντιιμπεριαλισμού στον Τρίτο Κόσμο- αυτό το κάτι θα πρέπει να αναζητηθεί στη σφαίρα της οικονομίας. Πραγματικά, το τέλος της δεκαετίας του '90 βρήκε τις ισχυρότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής να μετατρέπονται ξαφνικά από θριαμβευτικά παραδείγματα της παγκόσμιας, οικονομικής ορθοδοξίας σε τραγικές διαψεύσεις της, πυροδοτώντας μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές. Δεν ήταν η πρώτη φορά.
Την περίοδο 1870-1914, τα ανεξάρτητα κράτη της Λατινικής Αμερικής συμμετέχουν ενεργά στο πρώτο, ιστορικό κύμα της παγκοσμιοποίησης ανοίγοντας τις αγορές τους στο διεθνές εμπόριο. Ακολουθώντας τη θεωρία των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του Ντέιβιντ Ρικάρντο, εκ των πατριαρχών του κλασικού φιλελευθερισμού, ρίχνουν το βάρος στην αγροτική οικονομία και τον ορυκτό πλούτο, απ' όπου προέρχονται τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα τους.
Το 1913, Μεξικό και Αργεντινή βρίσκονται στα ίδια επίπεδα κατά κεφαλήν παραγωγής με την Πορτογαλία και την Ιαπωνία. Ωστόσο, η στρεβλή ανάπτυξη στερεί την περιοχή από ισχυρή βιομηχανία, προκαλεί ένα φαύλο κύκλο ανάπτυξης της υπανάπτυξης, θρέφει την ολιγαρχία της γης και τους vendepatrias, που ξεπουλούν γη και ορυχεία σε ξένους, έναντι εξευτελιστικά χαμηλών τιμών. Η μεξικάνικη επανάσταση του Πάντσο Βίλα και του Εμιλιάνο Ζαπάτα υπήρξε μία από τις κορυφαίες εκφράσεις του κοινωνικού ριζοσπαστισμού που γέννησε αυτή η πραγματικότητα.
Με τη Μεγάλη Υφεση του 1929-32 στην παγκόσμια οικονομία, η Λατινική Αμερική πραγματοποιεί στροφή 180 μοιρών. Τη δεκαετία του '30, ο προοδευτικός Λάζαρο Κάρντενας στο Μεξικό, ο δικτάτορας Ζετούλιο Βάργκας στη Βραζιλία και το Λαϊκό Μέτωπο στη Χιλή στρέφονται από το φιλελεύθερο μοντέλο που στηρίζεται στις εξαγωγές του πρωτογενούς τομέα, στη στρατηγική της εκβιομηχάνισης κάτω από την ομπρέλα του εθνικού προστατευτισμού. Την επόμενη δεκαετία, η Αργεντινή του Περόν προσχωρεί στο ρεύμα.
Ανεμος αισιοδοξίας
Αρχικά, η στροφή ήταν σχεδόν αναγκαστική, καθώς η ύφεση των μεγάλων, δυτικών οικονομιών μείωσε κατακόρυφα τη ζήτηση για τα τρόφιμα και τις πρώτες ύλες της Λατινικής Αμερικής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, η επιλογή ήταν εντελώς συνειδητή. Κάτι η ενθάρρυνση από τις πρώτες επιτυχίες της εκβιομηχάνισης, κάτι η επίδραση από το πρότυπο της Σοβιετικής Ενωσης, κάτι ο άνεμος αισιοδοξίας στον Τρίτο Κόσμο από την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, δίνουν φτερά στα πόδια των οπαδών της «αυτοδύναμης ανάπτυξης».
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Στις αρχές της δεκαετίας του '60, η Βραζιλία ήταν αυτοδύναμη κατά 99% σε καταναλωτικά αγαθά και κατά 87% σε κεφαλαιουχικά. Το 1973, οι ισχυρότερες χώρες της περιοχής ήταν εξίσου βιομηχανικές και αστικοποιημένες με τη Δυτική Ευρώπη. Η Λατινική Αμερική έγινε, για μια περίοδο, πρότυπο ανάπτυξης- χειραφέτησης για το σύνολο των πρώην αποικιών.
Ωστόσο, ο υψηλός πληθωρισμός και η διόγκωση του εξωτερικού χρέους λόγω υπερβολικού δανεισμού άρχισαν, από τα μέσα της δεκαετίας του '60 να ασκούν ασφυκτικές πιέσεις. Η αποσταθεροποίηση οδήγησε σε σκληρή πόλωση, ανάμεσα σ' αυτούς που πρότειναν ως λύση την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση, το ανοιχτό πέρασμα στο σοσιαλισμό και αυτούς που επεδίωκαν την οικονομική εξυγίανση με κάθε κόστος. Η στρατηγική μάχη δόθηκε στη Χιλή, ανάμεσα στη Λαϊκή Ενότητα σοσιαλιστών - κομμουνιστών υπό τον δημοκρατικά εκλεγμένο Σαλβαρόδ Αλιέντε και στα τανκς του Αουγκούστο Πινοτσέτ. Τελικά, το χουντικό καθεστώς μετέτρεψε τη Χιλή στο πρώτο πειραματικό εργαστήριο του νεοφιλελευθερισμού, πολύ πριν από τη Θάτσερ και τον Ρέιγκαν.
Οι «θεραπείες»
Μετά τη «χαμένη δεκαετία» του '80, τα υπέρογκα χρέη υποχρεώνουν τις χώρες της περιοχής να υπαχθούν στις νεοφιλελεύθερες θεραπείες - σοκ που υπαγορεύει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το Μεξικό του Σαλίνας αποτελεί τυπικό παράδειγμα: Ιδιωτικοποιήσεις και απολύσεις από το δημόσιο, κατάργηση του συστήματος συλλογικής καλλιέργειας της γης (ejido), προσέλκυση αμερικανικών κεφαλαίων σε επιχειρήσεις - πραγματικά κολαστήρια (maquiladoras), ακρωτηριασμός των δημοσίων δαπανών. Το 1994, έξι χρόνια μετά την έναρξη της «σταθεροποίησης», το Μεξικό είχε ήδη 24 δισεκατομμυριούχους (σε δολάρια) στη λίστα του περιοδικού Forbes, περισσότερους από τη Σαουδική Αραβία.
Σήμερα, αποτελεί κοινό τόπο ότι η Λατινική Αμερική αποτελεί μία από τις περιοχές του πλανήτη που υπέστησαν τις μεγαλύτερες ζημιές από την παγκοσμιοποίηση. Ξεκινώντας από την «κρίση της τεκίλας» που έπληξε το Μεξικό, το 1995, οι περισσότερες χώρες της περιοχής υπέστησαν οδυνηρές νομισματικές και χρηματοπιστωτικές καταρρεύσεις. Αποκορύφωμα ήταν η εφιαλτική διετία 2001-2002 στην Αργεντινή, όπου τρεις πρόεδροι ανετράπησαν από λαϊκές εξεγέρσεις, που έφεραν τη χώρα στο χείλος του εμφυλίου πολέμου.
Κεϊνσιανισμός
Οπως ο Ρούζβελτ μετά τη Μεγάλη Υφεση, έτσι και πολλές λατινοαμερικανικές κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν την κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, υποχρεώθηκαν να προσφύγουν σε κάποιου είδους Κεϊνσιανισμό, όχι γιατί είχαν στόχο τον σοσιαλισμό, αλλά για να γλιτώσουν τον καπιταλισμό από τον ίδιο τον εαυτό του. Αν η κυβερνώσα αριστερά αποτύχει, δεν αποκλείεται να τροφοδοτηθούν ακόμη περισσότερο ριζοσπαστικές, ανατρεπτικές τάσεις της Αριστεράς, που σήμερα καταδικάζουν τον Λούγο, τον Ορτέγα, τον Λούλα ή ακόμη και τον Τσάβες ως άτολμους και ενδοτικούς.
Βραζιλία - Αργεντινή, όπως Γερμανία - Γαλλία
Ασφαλώς, απέναντι στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού, η απλή επιστροφή στον παλιό, λατινοαμερικάνικο Κεϊνσιανισμό του «αναπτυξιακού κράτους» δεν αποτελεί σοβαρή εναλλακτική λύση σε μια εποχή όπου ο κόσμος όλος είναι καπιταλιστικός και ο καπιταλισμός είναι παγκόσμιος. Αν η σοσιαλιστική επανάσταση σε μια χώρα απέτυχε στον εικοστό αιώνα, η μεταρρύθμιση σε μια χώρα φαίνεται εξίσου δύσκολη στον 21ο. Οι πιο διορατικοί ηγέτες της Λατινικής Αμερικής αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να έρθει όσο η ήπειρος μένει στην κατάσταση της «βαλκανοποίησης» που της κληροδότησαν οι Ισπανοί κονκισταδόρες και συντήρησαν οι ΗΠΑ: Του κατακερματισμού της, δηλαδή, σε πολλά, ασθενή, ανταγωνιστικά κράτη.
Αντιθέτως, η χειραφέτηση προϋποθέτει την περιφερειακή ενοποίηση, σύμφωνα με το παλιό όραμα του μεγάλου Ελευθερωτή, Σιμόν Μπολίβαρ. Κάτι που έχει προτείνει από καιρό ο Τσάβες και υιοθέτησε, αμέσως μετά την εκλογή του ο Λούγκο. Για να αρχίσει, όμως, να γίνεται πράξη, θα πρέπει οι δύο μεγάλες δυνάμεις της νότιας Αμερικής, Βραζιλία και Αργεντινή, να ξεπεράσουν τον παραδοσιακό ανταγωνισμό τους και να γίνουν ο ισχυρός κινητήρας της ενοποίησης, κατά το γαλλογερμανικό πρότυπο. Η ύπαρξη, για πρώτη φορά, αριστερών κυβερνήσεων σε Παραγουάη και Ουρουγουάη, δύο «ενδιάμεσων» κρατών μεταξύ των δύο μεγάλων, μπορεί να παίξει θετικό, καταλυτικό ρόλο, όπως έπαιξαν οι χώρες της Μπενελούξ και η Ιταλία για τη σταθεροποίηση της γαλλογερμανικής συμφιλίωσης. Ιδωμεν...